Μετάβαση στο περιεχόμενο

μέλλον

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : μέλλων, μελών

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μέλλον τα μέλλοντα
      γενική του μέλλοντος των μελλόντων
    αιτιατική το μέλλον τα μέλλοντα
     κλητική μέλλον μέλλοντα
Κατηγορία όπως «μέλλον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μέλλον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής μέλλων, μέλλουσα, μέλλον του ρήματος μέλλω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈme.lon/
τυπογραφικός συλλαβισμός : μέλ‐λον
ομόηχο: μέλλων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μέλλον ουδέτερο

  1. το χρονικό διάστημα μετά το παρόν, ο χρόνος που ακολουθεί μετά την παρούσα χρονική στιγμή
    παράδειγμα  Στο μέλλον προσπάθησε να είσαι πιο συνεπής!
    ※  Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου παρουσιάζονται άτομα που προσπαθούν να αλλάξουν το παρελθόν, ή θέλουν να γνωρίσουν το μέλλον. (Δημήτριος, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, Σ. Δαμασκηνός, Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, εκδ. Σάκκουλα - Ευνομία, 2002)
  2. η εξέλιξη κάποιου, μετά το χρονικό σημείο αναφοράς
    παράδειγμα  Το μέλλον του διαγράφεται λαμπρό.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

μέλλον