μέλλον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μέλλον | τα | μέλλοντα |
| γενική | του | μέλλοντος | των | μελλόντων |
| αιτιατική | το | μέλλον | τα | μέλλοντα |
| κλητική | μέλλον | μέλλοντα | ||
| Κατηγορία όπως «μέλλον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈme.lon/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μέλ‐λον
- ομόηχο: μέλλων
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μέλλον ουδέτερο
- το χρονικό διάστημα μετά το παρόν, ο χρόνος που ακολουθεί μετά την παρούσα χρονική στιγμή
Στο μέλλον προσπάθησε να είσαι πιο συνεπής!- ※ Υπάρχουν πολλά μυθιστορήματα και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, όπου παρουσιάζονται άτομα που προσπαθούν να αλλάξουν το παρελθόν, ή θέλουν να γνωρίσουν το μέλλον. (Δημήτριος, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, Σ. Δαμασκηνός, Αφιέρωμα στον Αρχιεπίσκοπο Δημήτριο, εκδ. Σάκκουλα - Ευνομία, 2002)
- η εξέλιξη κάποιου, μετά το χρονικό σημείο αναφοράς
Το μέλλον του διαγράφεται λαμπρό.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μέλλον
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]μέλλον
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μέλλον' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)