Μετάβαση στο περιεχόμενο

soma

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]
3η κλίση, ουδέτερο ανισοσύλλαβο
↓ πτώσεις       ενικός       πληθυντικός
ονομαστική
soma
somata
γενική
somàtu
somàto
αιτιατική
soma
somata
κλητική
soma
somata
Η γενική πάντα τονίζεται στην παραλήγουσα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
soma < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῶμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

soma (sòma) ουδέτερο



Κινιαρουάντα (rw)

[επεξεργασία]

soma (rw)



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

soma (pt)



Φινλανδικά (fi)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

soma (fi)