soma
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ||
| γενική | ||
| αιτιατική | ||
| κλητική | ||
| Η γενική πάντα τονίζεται στην παραλήγουσα. | ||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- soma < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σῶμα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]soma (sòma) ουδέτερο
Πηγές
[επεξεργασία]- sòma Vocabolario σελ.397 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Κινιαρουάντα (rw)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]soma (rw)
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]soma (pt)
Φινλανδικά (fi)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]soma (fi)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (κατωιταλικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ala' (κατωιταλικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλώσσα κινιαρουάντα
- Ρήματα (κινιαρουάντα)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πορτογαλικά)
- Φινλανδική γλώσσα
- Επίθετα (φινλανδικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)