Μετάβαση στο περιεχόμενο

sah

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Sah

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /zaː/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : sah

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

sah (de)

  1. α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του sehen
    παράδειγμα Ich sah ihn kommen.
         Τον είδα να έρχεται.
  2. γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του sehen
    παράδειγμα Es ist unklar, ob er das Auto sah.
         Δεν είναι σαφές αν είδε το αυτοκίνητο.