Μετάβαση στο περιεχόμενο

paletta

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
paletta < (άμεσο δάνειο) ιταλική paletta < pala

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

paletta (palètta) θηλυκό (ιδίωμα Απουλίας)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • palètta, pdf.σελ.28 — Γλωσσάριο βιβλίου Pos Màtome Griko (στα κατωιταλικά, ιταλικά και στην κοινή νεοελληνική), Άλφα Εκδοτική & Πληροφορική, Αθήνα, 2012.
  • AIS: Sprach- und Sachatlas Italiens und der Südschweiz [Γλωσσολογικός και εθνολογικός χάρτης της Ιταλίας και της νότιας Ελβετίας], χάρτης 932 (fuoco [la paletta da fuoco (ill.)), περιοχή 748], στην ιστοσελίδα navigais-web.pd.istc.cnr.it.

Αναφορές

[επεξεργασία]